
Η ζωή των Ζάππα υπήρξε περιπετειώδης. Ο Ευαγγέλης Ζάππας γεννήθηκε, το 1800, στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου. Ήταν ο νεότερος γιος του Βασίλη Ζάππα, σημαντικού τοπικού εμπόρου και της Σωτήρας, το γένος Μέξη. Είχε έναν αδερφό μεγαλύτερο του κατά επτά χρόνια, τον Αναστάσιο, ο οποίος μετανάστευσε στη Μολδοβλαχία.
Στο χωριό του διδάχθηκε “…ολίγιστα γράμματα … και ταύτα αυτοδιδασκόμενος…”.
Εκδηλώνοντας την ανήσυχη και τυχοδιωκτική του φύση εγκατέλειψε σε ηλικία 13 χρόνων το πατρικό του σπίτι για να ενταχθεί στη στρατιωτική υπηρεσία του Αλή Τεπελενλή, Πασά των Ιωαννίνων. Μετά την εκτέλεση του αλβανού τοπάρχη από τα σουλτανικά στρατεύματα, ακολούθησε το Μάρκο Μπότσαρη στις νότιες ελληνικές επαρχίες.
Συμμετείχε σε σειρά μαχών της επαναστατικής περιόδου, ενταγμένος ως κατώτερος αξιωματικός στα σώματα της οικογένειας των Μποτσαραίων και του Νάκου Πανουργιά, κάτω από την αρχηγία του οποίου πήρε το βαθμό του Ταξιάρχου και ανέλαβε τη διοίκηση των Βλαχοχωρίων της επαρχίας Σαλώνων στη Ρούμελη.
Μετά το τέλος των στρατιωτικών συγκρούσεων ο Ευαγγέλης Ζάππας, ως αναγνωρισμένος πια αξιωματικός, είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει κτήματα. Αυτός όμως επανήλθε στη γενέτειρα του με στόχο να ασχοληθεί με το εμπόριο. Εκεί παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί οι τοπικές αρχές γνωρίζοντας τη συμμετοχή του στην Επανάσταση, του δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα.
Από το Λάμποβο μετοίκησε στη Βέροια, όπου όμως, δεν μπόρεσε να βρει “…τας απολύτως αναγκαίας προς παραγωγήν πλούτου ευκολίας”. Έτσι, προσανατολίστηκε προς τις Παραδουνάβιες Επαρχίες οι οποίες, μαζί με την Αίγυπτο, αποτελούσαν τις μοναδικές περιοχές με ευοίωνες προοπτικές για πλουτισμό.
Το 1831 εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και αφού αρχικά εξάσκησε το επάγγελμα του εμπειρικού γιατρού – τέχνη που έμαθε στο διάστημα της Επανάστασης – πέτυχε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκτήσει στενές σχέσεις με εξέχοντα μέλη της ελληνικής παροικίας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Επιδεικνύοντας εξαιρετικές ικανότητες ασχολήθηκε, έχοντας, από το 1835, ως συνέταιρο τον εξάδελφο του Κωνσταντίνο Ζάππα, με την εκμίσθωση και εκμετάλλευση γαιοκτησιών, κερδίζοντας τεράστια ποσά από τη μεγιστοποίηση της γεωργικής παραγωγής.
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας γεννήθηκε κι’ αυτός στο Λάμποβο το 1814 και πέθανε εκτός Ελλάδας, στη Μαντόν της Γαλλίας το 1892 σε ηλικία 78 χρόνων.
Ήταν μόλις 17 ετών όταν τον κάλεσε ο ξάδερφός του Ευαγγέλης Ζάππας στο Βουκουρέστι. Συνεργάστηκε άψογα μαζί του, τον οποίο άλλωστε θαύμαζε και υπάκουε.
Τ
ο 1844 οι Ζάππες αγόρασαν το περιώνυμο κτήμα Μπροστένι, το οποίο μετέτρεψαν από ζημιογόνο σε “εκ των λίαν προσοδοφόρων κτημάτων”. Ακολουθώντας την τακτική αυτή ο Ευαγγέλης και ο Κωνσταντίνος αγόρασαν και άλλα, με αποτέλεσμα να γίνουν οι μεγαλύτεροι γαιοκτήμονες της Βλαχίας. Ακόμη είχαν δάση, ατμοπλοϊκή εταιρεία, ξενοδοχείο στο Βουκουρέστι, αγροκτήματα, μύλους και 5 μέγαρα διάσπαρτα στη Ρουμανία
Ως κάτοχοι κολοσσιαίας περιουσίας απέκτησαν και την ανάλογη κοινωνική εμβέλεια, που τους καθιέρωσε ως ισχυρότατους παράγοντες και επιφανείς προσωπικότητες του Βουκουρεστίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Τα σπίτια τους στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, αλλά και στα πολυάριθμα υποστατικά τους, ήταν αληθινά παλάτια, ενώ οι ίδιοι ζούσαν “βίον […] αληθώς μεγαλοπρεπή, αποκλίνοντα μάλιστα κατά τι επί το ηγεμονικότερον”.
Όμως, ούτε ο τεράστιος πλούτος, ούτε και η υψηλή κοινωνική τους θέση τους κατέστησαν επιλήσμονες “ούτε προς την ελεύθερον ούτε προς την δούλην αυτών πατρίδα, ούτε προς αυτόν τούτον τον τόπον, εν ώ εθησαύρισαν…”.
Ο Ευαγγέλης Ζάππας καθώς και ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος παρέμειναν άγαμοι και οι δύο αποφασίζοντας να διαθέσουν απερίσπαστοι τη ζωή τους για αγαθοεργίες υπέρ της στενής και της ευρύτερης πατρίδας τους, δηλαδή της Ηπείρου και της Ελλάδας.
Το 1863 ο Ευαγγέλης προσβλήθηκε από ψυχική νόσο και πέθανε δύο χρόνια αργότερα στο Μπροστένι σε ηλικία 65 χρόνων. Με τη διαθήκη του άφησε μοναδικό κληρονόμο τον εξάδελφο του Κωνσταντίνο, στον οποίο έδινε εντολή να διαθέσει ολόκληρη την περιουσία του για κοινωφελή έργα.
Μετά τον θάνατο του Ευαγγέλη, ο Κωνσταντίνος Ζάππας συνέχισε τις ευεργεσίες του με τον ίδιο ζήλο:
Στήριξε την παιδεία ιδρύοντας στο Λάμποβο αλληλοδιδακτικό σχολείο στον περίβολο του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου, με βιβλιοθήκη, κατοικίες δασκάλων και κήπους, ενώ χρηματοδότησε και μέρος του έργου «Βίοι Παράλληλοι» του Ηπειρώτη λόγιου Αναστασίου Γούδα το 1870. Ακόμη έκτισε και ένα οθωμανικό τέμενος στο Χόρμοβο.
Κυρίως όμως υλοποίησε το όραμα του Ευαγγέλη για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα που γεννήθηκαν. Η ανέγερση του Ζαππείου Μεγάρου στην Αθήνα ήταν η κορυφαία πράξη του εθνικού ευεργέτη, ενώ πρέπει να αναφερθούν η κατασκευή της τρίτοξης μαρμάρινης γέφυρας του Ιλυσσού και η έναρξη της αναμαρμάρωσης του Καλλιμάρμαρου Παναθηναϊκού Σταδίου.
Ήταν ο επικαρπωτής και εκτελεστής της διαθήκης του και την κοινωφελή δράση του συνέχισε πιστά. Ανήγειρε σχολεία, το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στην Κωνσταντινούπολη, το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στο Βουκουρέστι και την Ανδριανούπολη, εκκλησίες και ιδρύματα κοινής ωφέλειας στην ιδιαίτερη πατρίδα του αλλά και στην Ήπειρο γενικότερα.
Ίδρυσε Υφαντική Σχολή στο χωριό του Λάμποβο και Γεωργική στη Θεσσαλία. Κληροδότησε τις απέραντες γαιοκτησίες του στη Ρουμανία και την εκεί τεράστια υπόλοιπη ακίνητη περιουσία στο Ελληνικό Δημόσιο. Το ίδιο ακριβώς έκανε και με το χωριό Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων και τη γύρω περιοχή, που είχε αγοράσει μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ήταν τσιφλίκι του. Με τη διαθήκη του το παραχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να αποδοθεί στους φυσικούς ιδιοκτήτες του, που ήταν οι μέχρι τότε κολίγοι. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας τιμήθηκε από τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και την ανέγερση του Ζαππείου Μεγάρου Αθηνών.
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας στην ιδιόχειρη διαθήκη, που συνέταξε δυο μόλις μήνες πριν να πεθάνει στη Γαλλία, γράφει:
«Είμαι εξ Ηπείρου, πολίτης Έλλην, δημότης Τρικάλων, χριστιανός ορθόδοξος και ευρίσκομαι σήμερον εις εβδομήντα ετών της ηλικίας μου, έμεινα προ πολλού άνευ γονέων, δεν υπανδρεύθην και δια τούτο δεν έχω ούτε ανιόντας συγγενείς, ούτε κατιόντας…».
Με τη διαθήκη του αυτή κληροδότησε ολόκληρη την μυθική περιουσία του στη «Ζάππειο Επιτροπή των Ολυμπίων», στην Αθήνα. Η περιουσία αυτή περιλάμβανε εκτεταμένα κτήματα στις περιοχές Τρικάλων, Φαρσάλων και Λάρισας, τις απέραντες αγροτικές ιδιοκτησίες της Ρουμανίας, το ξενοδοχείο «Αι Αθήναι» στο Βουκουρέστι, ατμοκίνητο εργοστάσιο αλευροβιομηχανίας στο Κολοράσι της Βλαχίας, δεύτερο εργοστάσιο οινοπνευματοποιίας στο Μπροστένι, μετοχές ρουμανικών επιχειρήσεων, 30 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και 30 των Σιδηρόδρομων Πελοποννήσου, μύλους, δάση και οικοδομές στη Ρουμανία – τα οποία και απέφεραν πάνω από 15.000 φλουριά εισόδημα το χρόνο – και πολλά μετρητά.
Το ελληνικό κράτος προς τιμή των δύο εθνικών ευεργετών ύψωσε τους ανδριάντες τους μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα η διαχείριση της τεράστιας ακίνητης περιουσίας του διεκδικήθηκε από το ελληνικό και το ρουμανικό δημόσιο, τη Ζάππειο Επιτροπή και τους ανεψιούς του.
Πηγή:http://www.vlahoi.net/prosopikotites/oi-anaviotes-ton-olimpiadon.html