Κατηγορία: 01 AL-GR
Γαλατάς
Νέα ιστοσελίδα της MANFILL LTD
Χρηστάκης Ζωγράφος

Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς παράγοντες της Κωνσταντινούπολης και ιδιαίτερος τραπεζίτης τριών σουλτάνων της εποχής του. Διέπρεψε ως εθνικός ευεργέτης, στήριξε ιδιαίτερα την ελληνική παιδεία με τη χρηματοδότηση και ίδρυση σχολείων και το όνομά του συνδέθηκε στενά με την κίνηση για την προαγωγή και τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων. Οι γενναίες δωρεές που προσέφερε στον τομέα των επιστημών, συνέβαλαν αποφασιστικά στη μόρφωση των υπό οθωμανικό ζυγό κυρίως ελληνικών πληθυσμών.
Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε στο χωριό Κεστοράτι της επαρχίας Αργυροκάστρου στην βόρεια Ήπειρο στις 6 Δεκεμβρίου 1820. Υπήρξε γόνος εύπορης και εμπορικής οικογένειας καθώς ο πατέρας του Βίκτορας εμπορευόταν στην Κωνσταντινούπολη. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη γενέτειρά του και συνέχισε τις σπουδές του στη Ζωσιμαία Σχολή για δύο χρόνια από το 1832 ως το 1833 με δασκάλους τον Κρανά και τον Σακελλάριο. Αμέσως μετά μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου αρχικά εργάστηκε κοντά στον εκεί εγκατεστημένο πατέρα του. Συνεχίστε την ανάγνωση Χρηστάκης Ζωγράφος
Ζάππειον Παρθεναγωγείον
Περιουσίες Αλβανών στην Τουρκία
Η Μεγάλη του Γένους Σχολή

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή, με μια ιστορική διαδρομή που ξεπερνά τα 500 χρόνια, υπήρξε η ζωογόνος πνοή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας φιλοσοφίας και της ιστορίας αλλά και ο αναμεταδότης φάρος της ορθόδοξης παρακαταθήκης.
Σύντομο ιστορικό της Μεγάλης του Γένους Σχολής, πριν από την Άλωση
Η σημερινή Μεγάλη του Γένους Σχολή είναι η συνέχεια της Οικουμενικής Πατριαρχικής Σχολής που ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος βελτίωσε τις συνθήκες διδαχές ενώ επί αυτοκρατορίας Σέργιου εφαρμόστηκε νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Λέοντος του Ισαύρου, ανεστάλη η δράση της για να επαναλειτουργήσει με τη φροντίδα του Αυτοκράτορος Λέοντος Αρμενίου και να μεγαλουργήσει επί αυτοκρατορίας της δυναστείας των Κομνηνών και των Παλαιολόγων.
Μερικοί αμφισβητούν ότι η Μεγάλη Σχολή προϋπήρξε της Αλώσεως και απετέλεσε συνέχεια ή ανασύσταση της Οικουμενικής Σχολής, τα θεωρούν αυτά ως απλές εικασίες. Οφείλουμε όμως να δεχθούμε ως ορθότερη τη γνώμη ακαδημαϊκών, καθηγητών και ερευνητών όπως του Π. Καρολίδη, Αλ. Διομήδη, Ιω. Β. Παπαδόπουλου, ειδικώς δε αυτών που ασχολήθηκαν και μελέτησαν το ιστορικό της Μεγάλης του Γένους Σχολής Μαν. Ιω. Γεδεών, Βασ. Α. Μυστακίδη και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, οι οποίοι υποστηρίζουν τη συνεχή λειτουργία της Σχολής κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Σύντομο ιστορικό της Μεγάλης του Γένους Σχολής μετά την Άλωση
Μετά την Άλωση, οι εξανδραποδισμοί κι οι εξισλαμισμοί κατέστησαν την επιβίωση του γένους των Ελλήνων προβληματική. Τα μόνα στηρίγματα ήταν η Ορθόδοξη πίστη και η Ελληνική παιδεία. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Πατριάρχης Γεννάδιος, επωφελούμενος των προνομίων που παραχώρησε ο πορθητής σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ επανίδρυσε το 1454 την Πατριαρχικήν Ακαδημίαν, η οποία λειτουργούσε και πριν την Άλωση. Πρώτος διδάσκαλος και σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής υπήρξε ο Ματθαίος Καμαριώτης από τη Θεσσαλονίκη, μαθητής του Γενναδίου, αλλά και πνευματική προσωπικότητα η οποία καλύπτει σχεδόν όλο τον 15ο αιώνα.
Μετά τον Ματθαίο Καμαριώτη, διευθύνουν και διδάσκουν στη Σχολή επιφανείς λόγιοι όπως οι Ζυγομαλάδες, ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Δωρόθεος Πρώΐος, ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο Φιλόθεος Βρυένιος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και άλλοι.
Υπό την αιγίδα της Σχολής, στις αρχές του 19ου αιώνα, έγινε σπουδαία λεξικογραφική εργασία, η γνωστή Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης, στη σύνταξη της οποίας προΐστατο ο Νικόλαος Λογάδης πλαισιωμένος από καθηγητές και μαθητές της Σχολής.
Η Σχολή κατά καιρούς είχε διάφορες ονομασίες όπως Πάγκοινος Ακαδημία, Του Πανελληνίου Σχολή, Διδασκαλείον, Κοινόν του Γένους Μουσείον, Ελληνομουσείον της Βασιλίδος των πόλεων, Παγγενής Σχολή, Το εν Κουρούτσεσμε του Γένους Μουσείον, Τέμενος των Μουσών, Ελληνικόν Σχολείον, Πατριαρχικόν Σχολείον έως την οριστικοποίηση το 1805 της ονομασίας Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή.
Στην τουρκική γλώσσα ο όρος «Γένος» παραλείπεται εντελώς κι έτσι ονομάζεται Fener Mektebi Kebir (Μεγάλη Σχολή Φαναρίου). Συν τῳ χρόνῳ, διαγράφεται η λέξη kebir (μεγάλη) και η σημερινή τουρκική ονομασία της Σχολής είναι Fener Ozel Rum Lisesi (Ιδιωτικό Ρωμαίΐκο Λύκειο Φαναρίου).
Από τη σύστασή της μέχρι το 1803 η Πατριαρχική Ακαδημία στεγάζεται σε διάφορα οικήματα του Φαναρίου. Το 1804 η Σχολή μεταφέρεται στο μέγαρο του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου στην Ξηροκρήνη (Κουρούτσεσμε). Εδώ η Σχολή λειτουργεί μέχρι το 1825 οπότε και επανέρχεται στην αρχική της έδρα στο Φανάρι για να μεταφερθεί και πάλι το έτος 1837 στην Ξηροκρήνη έως το 1849 οπότε και εγκαθίσταται οριστικώς πλέον στο Φανάρι.
Χάρη στις δωρεές του Γεωργίου Ζαρίφη, των πατέρων της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, καθώς κι άλλων δωρητών, στις 30 Ιανουαρίου 1880, εορτή των Τριών Ιεραρχών, τοποθετείται ο θεμέλιος λίθος ενός επιβλητικού ως έμελλε να είναι κτιρίου, που δεσπόζει επί του Κερατίου Κόλπου, στην συνοικία του Μουχλίου και πλησίον του ομωνύμου ναού της Παναγίας. Αρχιτέκτονας ο Κωνσταντίνος Δημάδης.
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ στις 12 Σεπτεμβρίου 1882.
Πριν την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η διεύθυνση της Σχολής ανετίθετο πάντοτε σε κληρικούς οι οποίοι έφεραν τον τίτλο του Σχολάρχη. Τελευταίοι Σχολάρχες υπήρξαν ο Μητροπολίτης Σάρδεων Μιχαήλ Κλεόβουλος και ο Μέγας Κατηχητής Αλέξανδρος Ζώτος.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κατά την περίοδο της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Σχολή λειτουργεί πλέον ως Γυμνάσιο – Λύκειο, οι δε Σχολάρχες είναι λαϊκοί.
Ο πρώτος μη κληρικός που ανέλαβε τη διεύθυνση ήταν ο Σπυρίδων Ζαχαριάδης. Ακολουθούν οι Γεώργιος Δηκταμπάνης, Ιωάννης Καραγιάννης και Νικόλαος Μαυράκης. Όλοι απόφοιτοι της Σχολής.
Πριν από τις απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων το 1964, η Σχολή είχε 448 μαθητές. Το επόμενο σχολικό έτος (1964-1965) ο αριθμός έπεσε στους 228 και έκτοτε η μείωση του αριθμού των μαθητών συνεχίζεται ραγδαία.
Στο πηδάλιο της διεύθυνσης βρίσκεται η κα Βικτωρία Λαιμοπούλου η οποία, μαζί με τους συνεργάτες της εκπαιδευτικούς, συνεχίζει τη διαχρονική εκπαιδευτική δραστηριότητα της Μεγάλης του Γένους Σχολής.
Στη Σχολή που, σήμερα, αποτελείται από το Γυμνασιακό και το Λυκειακό τμήμα, φοιτούν περί τους πενήντα (50) μαθητές και μαθήτριες. Τα μαθήματα, με βάση την αμοιβαιότητα, διδάσκονται στα Ελληνικά και στα Τουρκικά. Διδάσκουν 14 Έλληνες και 7 Τούρκοι καθηγητές.
Τα μαθήματα τα όποια διδάσκονται στην Ελληνική γλώσσα είναι τα Ελληνικά, νέα και αρχαία, τα Μαθηματικά, τα Φυσιογνωστικά, Φυσική και Χημεία, Φυσική Αγωγή, Θρησκευτικά, Καλλιτεχνικά, Μουσική, Φιλοσοφία, Λογική, Ιστορία της Τέχνης, Βιολογία, Υγιεινή και Ψυχολογία. Στην Τουρκική γλώσσα διδάσκονται Τουρκικά, Ιστορία, Γεωγραφία, Ηθική, Κοινωνιολογία και Στρατιωτικά.
Οι απόφοιτοι της Σχολής έχουν το δικαίωμα της εισαγωγής στα Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτήρια της Τουρκίας, της Ελλάδας και Πανεπιστημίων της αλλοδαπής.
Η Μεγάλη του Γένους Σχολή υπήρξε η ζωογόνος πνοή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας φιλοσοφίας και της ιστορίας αλλά και ο αναμεταδότης φάρος της ορθόδοξης παρακαταθήκης.
Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή μαθήτευσαν νέοι από όλες τις περιοχές του Ελληνισμού, την Μικρά Ασία, την Πελοπόννησο, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου και φυσικά από την Κωνσταντινούπολη. Στους αποφοίτους της Σχολής συγκαταλέγονται διακεκριμένοι κληρικοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι καθώς και πλήθος εκπαιδευτικών οι οποίοι συνετέλεσαν στη σφυρηλάτηση της εθνικής μας συνείδησης, όπως ο Δημήτριος Καντεμίρ, πρίγκηπας της Μολδαβίας, ο ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Παύλος Καρολίδης, ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης, ο ποιητής Γιάννης Γρυπάρης, ο γελοιογράφος Φωκίων Δημητριάδης και άλλοι πολλοί…
Πηγές:Σύνδεσμος Μεγαλοσχολιτών
Ζωγράφειον Λύκειον

Το Ζωγράφειο Λύκειο (τουρκικά: Özel Zoğrafyon Rum Lisesi) είναι ένα από τα λίγα εναπομείναντα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα με συνεχή και αδιάλειπτη λειτουργία από τον 19ο αιώνα την Κωνσταντινούπολη, κοντά στη συνοικία Πέραν.
Ιστορία
Η ιστορία του Ζωγραφείου σχολείου ανάγεται στον 19ο αιώνα, όταν υπήρξαν ανάγκες για εκπαιδευτική στέγαση μιας και το Ζάππειο μέγαρο από μόνο του δεν μπορούσε να καλύψει αυτές τις ανάγκες. Επίσης η σχολή που λειτουργούσε στο Σταυροδρόμι της Παναγίας είχε πάνω από 800 μαθητές και έτσι αποφασίστηκε να γίνει ένας έρανος για να χτιστεί ένα καινούργιο και σύγχρονο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Συνεχίστε την ανάγνωση Ζωγράφειον Λύκειον
Ευαγγέλης & Κωνσταντίνος Ζάππας

Η ζωή των Ζάππα υπήρξε περιπετειώδης. Ο Ευαγγέλης Ζάππας γεννήθηκε, το 1800, στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου. Ήταν ο νεότερος γιος του Βασίλη Ζάππα, σημαντικού τοπικού εμπόρου και της Σωτήρας, το γένος Μέξη. Είχε έναν αδερφό μεγαλύτερο του κατά επτά χρόνια, τον Αναστάσιο, ο οποίος μετανάστευσε στη Μολδοβλαχία.
Στο χωριό του διδάχθηκε “…ολίγιστα γράμματα … και ταύτα αυτοδιδασκόμενος…”.
Εκδηλώνοντας την ανήσυχη και τυχοδιωκτική του φύση εγκατέλειψε σε ηλικία 13 χρόνων το πατρικό του σπίτι για να ενταχθεί στη στρατιωτική υπηρεσία του Αλή Τεπελενλή, Πασά των Ιωαννίνων. Μετά την εκτέλεση του αλβανού τοπάρχη από τα σουλτανικά στρατεύματα, ακολούθησε το Μάρκο Μπότσαρη στις νότιες ελληνικές επαρχίες.
Συμμετείχε σε σειρά μαχών της επαναστατικής περιόδου, ενταγμένος ως κατώτερος αξιωματικός στα σώματα της οικογένειας των Μποτσαραίων και του Νάκου Πανουργιά, κάτω από την αρχηγία του οποίου πήρε το βαθμό του Ταξιάρχου και ανέλαβε τη διοίκηση των Βλαχοχωρίων της επαρχίας Σαλώνων στη Ρούμελη.
Μετά το τέλος των στρατιωτικών συγκρούσεων ο Ευαγγέλης Ζάππας, ως αναγνωρισμένος πια αξιωματικός, είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει κτήματα. Αυτός όμως επανήλθε στη γενέτειρα του με στόχο να ασχοληθεί με το εμπόριο. Εκεί παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί οι τοπικές αρχές γνωρίζοντας τη συμμετοχή του στην Επανάσταση, του δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα.
Από το Λάμποβο μετοίκησε στη Βέροια, όπου όμως, δεν μπόρεσε να βρει “…τας απολύτως αναγκαίας προς παραγωγήν πλούτου ευκολίας”. Έτσι, προσανατολίστηκε προς τις Παραδουνάβιες Επαρχίες οι οποίες, μαζί με την Αίγυπτο, αποτελούσαν τις μοναδικές περιοχές με ευοίωνες προοπτικές για πλουτισμό.
Το 1831 εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και αφού αρχικά εξάσκησε το επάγγελμα του εμπειρικού γιατρού – τέχνη που έμαθε στο διάστημα της Επανάστασης – πέτυχε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκτήσει στενές σχέσεις με εξέχοντα μέλη της ελληνικής παροικίας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Επιδεικνύοντας εξαιρετικές ικανότητες ασχολήθηκε, έχοντας, από το 1835, ως συνέταιρο τον εξάδελφο του Κωνσταντίνο Ζάππα, με την εκμίσθωση και εκμετάλλευση γαιοκτησιών, κερδίζοντας τεράστια ποσά από τη μεγιστοποίηση της γεωργικής παραγωγής.
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας γεννήθηκε κι’ αυτός στο Λάμποβο το 1814 και πέθανε εκτός Ελλάδας, στη Μαντόν της Γαλλίας το 1892 σε ηλικία 78 χρόνων.
Ήταν μόλις 17 ετών όταν τον κάλεσε ο ξάδερφός του Ευαγγέλης Ζάππας στο Βουκουρέστι. Συνεργάστηκε άψογα μαζί του, τον οποίο άλλωστε θαύμαζε και υπάκουε.
Τ
ο 1844 οι Ζάππες αγόρασαν το περιώνυμο κτήμα Μπροστένι, το οποίο μετέτρεψαν από ζημιογόνο σε “εκ των λίαν προσοδοφόρων κτημάτων”. Ακολουθώντας την τακτική αυτή ο Ευαγγέλης και ο Κωνσταντίνος αγόρασαν και άλλα, με αποτέλεσμα να γίνουν οι μεγαλύτεροι γαιοκτήμονες της Βλαχίας. Ακόμη είχαν δάση, ατμοπλοϊκή εταιρεία, ξενοδοχείο στο Βουκουρέστι, αγροκτήματα, μύλους και 5 μέγαρα διάσπαρτα στη Ρουμανία
Ως κάτοχοι κολοσσιαίας περιουσίας απέκτησαν και την ανάλογη κοινωνική εμβέλεια, που τους καθιέρωσε ως ισχυρότατους παράγοντες και επιφανείς προσωπικότητες του Βουκουρεστίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Τα σπίτια τους στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, αλλά και στα πολυάριθμα υποστατικά τους, ήταν αληθινά παλάτια, ενώ οι ίδιοι ζούσαν “βίον […] αληθώς μεγαλοπρεπή, αποκλίνοντα μάλιστα κατά τι επί το ηγεμονικότερον”.
Όμως, ούτε ο τεράστιος πλούτος, ούτε και η υψηλή κοινωνική τους θέση τους κατέστησαν επιλήσμονες “ούτε προς την ελεύθερον ούτε προς την δούλην αυτών πατρίδα, ούτε προς αυτόν τούτον τον τόπον, εν ώ εθησαύρισαν…”.
Ο Ευαγγέλης Ζάππας καθώς και ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος παρέμειναν άγαμοι και οι δύο αποφασίζοντας να διαθέσουν απερίσπαστοι τη ζωή τους για αγαθοεργίες υπέρ της στενής και της ευρύτερης πατρίδας τους, δηλαδή της Ηπείρου και της Ελλάδας.
Το 1863 ο Ευαγγέλης προσβλήθηκε από ψυχική νόσο και πέθανε δύο χρόνια αργότερα στο Μπροστένι σε ηλικία 65 χρόνων. Με τη διαθήκη του άφησε μοναδικό κληρονόμο τον εξάδελφο του Κωνσταντίνο, στον οποίο έδινε εντολή να διαθέσει ολόκληρη την περιουσία του για κοινωφελή έργα.
Μετά τον θάνατο του Ευαγγέλη, ο Κωνσταντίνος Ζάππας συνέχισε τις ευεργεσίες του με τον ίδιο ζήλο:
Στήριξε την παιδεία ιδρύοντας στο Λάμποβο αλληλοδιδακτικό σχολείο στον περίβολο του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου, με βιβλιοθήκη, κατοικίες δασκάλων και κήπους, ενώ χρηματοδότησε και μέρος του έργου «Βίοι Παράλληλοι» του Ηπειρώτη λόγιου Αναστασίου Γούδα το 1870. Ακόμη έκτισε και ένα οθωμανικό τέμενος στο Χόρμοβο.
Κυρίως όμως υλοποίησε το όραμα του Ευαγγέλη για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα που γεννήθηκαν. Η ανέγερση του Ζαππείου Μεγάρου στην Αθήνα ήταν η κορυφαία πράξη του εθνικού ευεργέτη, ενώ πρέπει να αναφερθούν η κατασκευή της τρίτοξης μαρμάρινης γέφυρας του Ιλυσσού και η έναρξη της αναμαρμάρωσης του Καλλιμάρμαρου Παναθηναϊκού Σταδίου.
Ήταν ο επικαρπωτής και εκτελεστής της διαθήκης του και την κοινωφελή δράση του συνέχισε πιστά. Ανήγειρε σχολεία, το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στην Κωνσταντινούπολη, το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στο Βουκουρέστι και την Ανδριανούπολη, εκκλησίες και ιδρύματα κοινής ωφέλειας στην ιδιαίτερη πατρίδα του αλλά και στην Ήπειρο γενικότερα.
Ίδρυσε Υφαντική Σχολή στο χωριό του Λάμποβο και Γεωργική στη Θεσσαλία. Κληροδότησε τις απέραντες γαιοκτησίες του στη Ρουμανία και την εκεί τεράστια υπόλοιπη ακίνητη περιουσία στο Ελληνικό Δημόσιο. Το ίδιο ακριβώς έκανε και με το χωριό Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων και τη γύρω περιοχή, που είχε αγοράσει μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ήταν τσιφλίκι του. Με τη διαθήκη του το παραχώρησε στο Ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να αποδοθεί στους φυσικούς ιδιοκτήτες του, που ήταν οι μέχρι τότε κολίγοι. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας τιμήθηκε από τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και την ανέγερση του Ζαππείου Μεγάρου Αθηνών.
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας στην ιδιόχειρη διαθήκη, που συνέταξε δυο μόλις μήνες πριν να πεθάνει στη Γαλλία, γράφει:
«Είμαι εξ Ηπείρου, πολίτης Έλλην, δημότης Τρικάλων, χριστιανός ορθόδοξος και ευρίσκομαι σήμερον εις εβδομήντα ετών της ηλικίας μου, έμεινα προ πολλού άνευ γονέων, δεν υπανδρεύθην και δια τούτο δεν έχω ούτε ανιόντας συγγενείς, ούτε κατιόντας…».
Με τη διαθήκη του αυτή κληροδότησε ολόκληρη την μυθική περιουσία του στη «Ζάππειο Επιτροπή των Ολυμπίων», στην Αθήνα. Η περιουσία αυτή περιλάμβανε εκτεταμένα κτήματα στις περιοχές Τρικάλων, Φαρσάλων και Λάρισας, τις απέραντες αγροτικές ιδιοκτησίες της Ρουμανίας, το ξενοδοχείο «Αι Αθήναι» στο Βουκουρέστι, ατμοκίνητο εργοστάσιο αλευροβιομηχανίας στο Κολοράσι της Βλαχίας, δεύτερο εργοστάσιο οινοπνευματοποιίας στο Μπροστένι, μετοχές ρουμανικών επιχειρήσεων, 30 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και 30 των Σιδηρόδρομων Πελοποννήσου, μύλους, δάση και οικοδομές στη Ρουμανία – τα οποία και απέφεραν πάνω από 15.000 φλουριά εισόδημα το χρόνο – και πολλά μετρητά.
Το ελληνικό κράτος προς τιμή των δύο εθνικών ευεργετών ύψωσε τους ανδριάντες τους μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα η διαχείριση της τεράστιας ακίνητης περιουσίας του διεκδικήθηκε από το ελληνικό και το ρουμανικό δημόσιο, τη Ζάππειο Επιτροπή και τους ανεψιούς του.
Πηγή:http://www.vlahoi.net/prosopikotites/oi-anaviotes-ton-olimpiadon.html
Οι φάροι του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας

Σήμερα, ξεκινάμε μια σειρά δημοσιεύσεων με αναφορές στις οντότητες εκείνες αλλά και τα πρόσωπα, που στη διαδρομή του χρόνου, με αγώνες και θυσίες, κράτησαν άσβεστο το φως του ελληνισμού και της ορθοδοξίας.
Στην ενότητα αυτή εντάσσονται το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Σχολές, οι ευεργέτες, οι άνθρωποι του πνεύματος και των τεχνών.
Δεν διεκδικούμε καμμία αποκλειστικότητα και δεν διστάζουμε να πούμε ότι θα δανειστούμε και θα χρησιμοποιήσουμε και δημοσιεύσεις τρίτων, αναφέροντας, βέβαια, πάντοτε, την πηγή από όπου αντλήσαμε το περιεχόμενο της δημοσίευσης.
Με χαρά, θα δεχτούμε υποδείξεις, κείμενα και φωτογραφίες ώστε αυτό το οδοιπορικό να είναι πληρέστερο και να απηχεί, στο μέτρο του δυνατού, την ιστορική αλήθεια.
